-τήριος

-τήριος
ΝΜΑ
παραγωγική κατάληξη επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής η οποία απαντούσε αρχικά σε επίθετα που παράγονταν από αρσ. σε -τήρ* (πρβλ. ἀμυντήριος: ἀμυντήρ, για τον σχηματισμό βλ. και λ. -ιος) γρήγορα, όμως, εξελίχθηκε σε ανεξάρτητη κατάληξη παραγωγής λέξεων (πρβλ. ἱκε-τήριος: ἱκέτης, νικη-τήριος: νικῶ, πομπευ-τήριος: πομπεύω). Από σημασιολογική άποψη αξίζει να σημειωθεί ότι η κατάληξη -τήριος απαντά αρχικά σε επίθετα με θρησκευτική σημασία, που αναφέρονται στους θεούς (πρβλ. προστα-τήριος, σω-τήριος) ή στη λατρεία τών θεών (πρβλ. καθαρ-τήριος, λυμαν-τήριος) ή σε χρησμούς (πρβλ. κρυπ-τήριος, κυβερνη-τήριος) και δεν γνώρισε μεγάλη επίδοση στον πεζό λόγο και αρκετά νωρίς αντικαταστάθηκε από την κατάληξη -τικός. Με ανάλογο, τέλος, τρόπο έχουν σχηματιστεί και τα ουδέτερα ουσιαστικά σε -τήριον (βλ. λ. -τήριο).Παραδείγματα λ. σε -τήριος: δραστήριος, εισιτήριος, εξιλαστήριος, ευχαριστήριος, καθαρτήριος, κινητήριος, νικητήριος, σωτήριος
αρχ.
αινετήριος, δηκτήριος, θελκτήριος, θρεπτήριος, κιθαριστήριος, λυμαντήριος, νοσητήριος, νυμφευτήριος, οικητήριος, πενθητήριος, πομπευτήριος, προστατήριος, τιμητήριος, υμνητήριος, φυλακτήριος, ψυκτήριος
νεοελλ.
αγγελτήριος, αισθητήριος, απολυτήριος, ασφαλιστήριος, εγγυητήριος, εγερτήριος, ειδοποιητήριος, εναρκτήριος, ενοικιαστήριος, εξαγνιστήριος, ευχετήριος, καλυπτήριος, κατευθυντήριος, μυστήριος, παρακαμπτήριος, συγχαρητήριος, συλλυπητήριος, χαιρετιστήριος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ευφημητήριος — εὐφημητήριος, ον (Μ) αυτός που επιφέρει επευφημίες, που λέγεται ως επευφημία, ο ευφημητικός, ο εξυμνητικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ φημώ + κατάλ. τήριος (πρβλ. νικη τήριος, υμνη τήριος)] …   Dictionary of Greek

  • θαλπτήριος — α, ο (Α θαλπτήριος, ον) αυτός που θάλπει, που θερμαίνει. [ΕΤΥΜΟΛ. < θάλπ ω + κατάλ. τήριος (πρβλ. εξιλασ τήριος, θρεπ τήριος)] …   Dictionary of Greek

  • ιθυντήριος — α, ο (Α ἰθυντήριος, ον, θηλ. και ἰθυντηρία) αυτός που διευθύνει, που οδηγεί, ο κατευθυντήριος νεοελλ. ναυτ. φρ. «ιθυντήρια σημεία» σημεία στην ξηρά, κοντά στην παραλία, που δίνουν τη δυνατότητα στον πλοίαρχο να κατευθύνει το πλοίο με ασφάλεια… …   Dictionary of Greek

  • ικετήριος — α, ον (ΑΜ ἱκετήριος, ία, ον, Α θηλ. και ικετηρίς, ποιητ. τ. ικτήριος, ία, ον και ιων. τ. θηλ. ίκετηρίη) ικετευτικός* αρχ. 1. (το αρσ. στον πληθ. ως ουσ.) οἱ ἱκτήριοι οι ικέτες 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἱκετηρία α) κλαδί ελιάς που κρατούσε ο ικέτης στα …   Dictionary of Greek

  • κρατυντήριος — κρατυντήριος, ία, ον (Α) 1. ικανός ή κατάλληλος να ισχυροποιεί, δυναμωτικός («κρατυντήριος κλισμός», Ιπποκρ.) 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) Κρατυντήρια τίτλος έργου τού Δημοκρίτου, στο οποίο ο φιλόσοφος ανέλυε τη διδασκαλία του 3. (κατά τον Ησύχ.)… …   Dictionary of Greek

  • κρεμαστήριος — ο 1. αυτός που χρησιμεύει για κρέμασμα 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κρεμαστήρα μυ 3. το ουδ. ως ουσ. το κρεμαστήρι(ο) η κρεμάστρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κρεμασ (πρβλ. ἐκρέμασ α τού κρεμώ) + επίθημα τήριος (πρβλ. δρασ τήριος, κινη τήριος] …   Dictionary of Greek

  • λυπητήριος — λυπητήριος, ία, ον (Α) αυτός που προξενεί λύπη («τὸ λυπητήριον πρόσκαιρον, τὸ δὲ ὠφέλιμον διηνεκές», Ιωάνν. Χρυσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λυπῶ + επίθημα τήριος (πρβλ. δρασ τήριος, μονασ τήριος)] …   Dictionary of Greek

  • πιαντήριος — ία, ον, Α 1. κατάλληλος για πάχυνση, για θρέψη, θρεπτικός 2. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ πιαντήρια οι παχυντικές, οι θρεπτικές τροφές («τρέφε καὶ λουτροῑς καὶ πιαντηρίοις», Ιπποκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πιαίνω + επίθημα τήριος (πρβλ. θερμαν τήριος …   Dictionary of Greek

  • πλουτιστήριος — α, ον, Α αυτός που μπορεί να καταστήσει κάποιον πλούσιο, πλουτοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < πλουτίζω + κατάλ. τήριος (πρβλ. βασανισ τήριος, χαρισ τήριος)] …   Dictionary of Greek

  • φοιβαστήριος — ία, ον, ΜΑ καθαρτήριος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φοιβάζω + κατάλ. τήριος (πρβλ. θυσιασ τήριος, καθαρ τήριος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”